001

 

Και καθώς οι ψιχάλες σιγά σιγά ξέπλαιναν το αίμα από πάνω μου, ξαναβρήκα το ασκί με τα σύννεφα στο δρόμο προς τα μπρος. Σκέφτηκα την κυρά που ανακάτευε το σκοτάδι για να φάει ο υιός με το δορυφορικό πιάτο στο κεφάλι του και χαμογέλασα. Είχε δίκιο η φωνή.

Νά’μαστε πάλι εδώ λοιπόν… με τα σύννεφα στο ασκί μπροστά μου λες και δεν ήθελαν να μ’αποχωριστούν, μόνο που εγώ έψαχνα για κάδο να τα πετάξω!

Πιάνω ξανά τ’ασκί και προχωράω. Ανάποδα στη ροή και τη βουή. Δε δίνω πια σημασία στις ανθρώπινες δίνες που αντικατοπτρίζονταν στα λιμνασμένα απ’τη βροχή νερά στις λακούβες των δρόμων. Βαρέθηκα, ήθελα να τελειώνω με τούτη τη δουλειά να ξεφορτωθώ τα σύννεφα, τόσο κόπο έκανα να τα μαζέψω για ν’αφήσω μια αχτίδα ήλιου να περάσει!

Με σταματά ένας άστεγος, τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έδινε.  Είχε μακριά άσπρα μαλλιά. ήταν ντυμένος με κουρέλια και είχε δυο σκυλιά που τα φρόντιζε και ‘κείνα τον αγαπούσαν με τη σειρά τους και τον προστάτευαν.

– Δώστο μου το σακί θα το πάρω εγώ αρκετά το κουβάλησες μου είπε.

– Μα…

– Ναι ξέρω, θα το ξεφορτωθώ μην ανησυχείς

Και άπλωσε το χέρι περιμένοντας.

Χάθηκα λίγο στο μυαλό, μα σχεδόν χωρίς να το καταλάβω πέρασε από τα δικά μου χέρια στα δικά του. Μου χαμογέλασε. Τα σκυλιά του ήρθαν και με μύριζαν, χοροπήδαγαν γύρω μου μες την καλή χαρά λες και με ήξεραν! τα χάϊδεψα …

– Μισό

– Έλα

– Πέρασα φάση μ’αυτό το σακί, αλήθεια πες μου που θα το πετάξεις;

– Στην ανακύκλωση αδερφέ, στην ανακύκλωση!

και καθώς πάει να φύγει δεν μπόρεσα ν’αντισταθώ σε μια τελευταία ερώτηση μιας και τούτος εδώ ο άνθρωπος κάποιον μου θύμιζε έντονα σαν να τον ήξερα! και τα σκυλιά δε λέγανε να ξεκολλήσουν από πάνω μου.

– Πες μου τουλάχιστον τ’όνομά σου μιας και με βοήθησες

Γυρνά σιγανά μα φύσηξαν εκείνη τη στιγμή δυνατοί αέρηδες και τα μακριά του άσπρα μαλλιά σχεδόν ακούμπησαν το πρόσωπό μου έτσι όπως ο αέρας τα κίνησε. Τότε παρατήρησα και τις μπότες που φόραγε και την ξεφτισμένη  απ’την πολυκαιρία κάπα του, όλα κάτι μου θύμιζαν, δεν ήταν δα και τόσο μεγάλος, εκεί γύρω στα πενήντα κάτι.

– Χμ.. να σου πω τ’όνομά μου;

– Αν θες ναι και τι θα΄λεγες να πηγαίναμε να πιούμε καμμια μπύρα ε;

– Εντάξει φίλε μου, μόνο δώσε μου 10 λεπτάκια να πάω το σακί με τα σύννεφα στην ανακύκλωση οκ; και ξαναχαμογέλασε με νόημα αυτή τη φορά

– Εντάξει απάντησα

Πέρασαν 20 πλην κάτι χρόνια…

Περπάταγα. Ξάφνου σηκώθηκε αγέρας. Τα μακριά μου άσπρα μαλλιά έπαιρνε προς τα πίσω και την ξεφτισμένη  από τον καιρό κάπα μου. Άραξα με μια μπύρα στο χέρι και τα δυο μου πιστά αγαπημένα σκυλιά κουλουριάστηκαν ανάμεσα στα πόδια μου να ζεσταθούν.

Ο κόσμος δεν είχε αλλάξει πολύ από τότε…

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.