Serenity

Ψάχνω την πνευματική τροφή. Έχω ανάγκη για πνευματική τροφή! είπε ο λιγομίλητος ως τότε Ρέντ, διακόπτωντας κάπως άκομψα τον Όραντζ και τον Πέρπλ που μιλάγανε για κύματα, ιστιοσανίδες και ένα απόμακρο νησάκι κάπου στο Μπαλί όπου δεν υπήρχε τίποτα πέρα από το γαλάζιο και το πράσινο, τον Πέρπλ, μερικούς ντόπιους, κουνούπια, λίγο ρύζι για φαί και σέρφερς στην αναζήτηση του μεγάλου κύματος. Κάθε χρόνο κατέβαινε ο Πέρπλ μα πέρσι είχε κάτσει σαράντα ολάκερες μέρες. Σαράντα μέρες που γαλήνεψαν την ψυχή του, έτσι είπε.

– Και ξέρεις; συνέχισε, γνώρισα και άλλους » αλλόκοτους » ανθρώπους όπως εκείνη τη Γαλλίδα. Ήταν πάμπλουτη. Αυτό μόνο μου είχε πεί. Πάμπλουτη, μα τα είχε παρατήσει όλα και είχε έρθει σ’αυτό τον παράδεισο. Τη μέρα κάναμε σέρφ, το βράδυ έρωτα. Το όνομά της δεν το ήξερα ούτε τη ρώτησα ποτέ. Τρείς εβδομάδες μετά δεν την ξανάδα. Μα εγώ έκατσα άλλες τρείς.

– Πόσα χρόνια σερφάρεις;

– 5

– Χμ… πρέπει να είναι δύσκολο όσες φορές το προσπάθησα, έφαγα τα μούτρα μου ( είπε χαμογελόντας ο Όραντζ )

– Είναι πολύ μα τα καταφέρνω, το θέμα είναι συνεχής εξάσκηση και να αντέχεις τα κουνούπια το βράδυ

– Δε με πειράζουν

– Η μοναξιά;

– Καθόλου

– Ε, κάποια φορά μπορεί να σε πάρω μαζί μου ε;

– E, ναι, γιατί όχι..

Διακόπηκαν.

-Ψάχνω την πνευματική τροφή!!

Σηκώθηκε, έφυγε βιαστικά δίχως ένα γεια έστω. Το σπίτι του γεμάτο » πνευματική τροφή «.  Άπειρα βιβλία, κόμικς, μουσικές, πίνακες που ο ίδιος είχε φτιάξει, ακόμα έψαχνε. Θα έφευγε έλεγε στο εξωτερικό. Τόσο πεινασμένο άνθρωπο δεν είχαν ξαναδεί. Τον ξέρανε κάμποσα χρόνια μα είχαν καιρό να τον δούν. Ίσως σε άλλους να φαίνονταν περίεργο το φέρσιμό του μα ο Όραντζ και ο Πέρπλ τον καταλάβαιναν ή έστω προσπαθούσαν είχαν όμως αντίθετη άποψη για το θέμα.

Μείναν σιωπηλοί για λίγο έστριψαν τσιγάρο και συνέχισαν την κουβέντα τους και τον κρύο καφέ τους το απολάμβαναν, άλλωστε κατακαλόκαιρο ήταν. Εκείνοι δεν έψαχναν για τροφή το πνεύμα τους ήταν ελεύθερο ανυπόταχτο και αυτό αρκούσε. Τρέφονταν από τον δρόμο ζούσαν στα στενά όρια μιας δίνης και ξέφευγαν όποτε μπορούσαν ο καθένας με τον τρόπο του. Μη φανταστείτε, ελάχιστες φορές είχαν παρτίδες και ακόμα πιο λίγες είχαν βρεθεί αλλά αυτό αρκούσε. Ξαφνικά ο Όραντζ σπάει ξανά τη σιωπή του, αυτήν τη φορά όμως μέσα στο μυαλό του και μίλησε στον Ρέντ παρ’όλο που εκείνος δεν ήταν πλέον παρών…

– Ρέντ, ουσιαστικά τον εαυτό σου ψάχνεις φίλε μου. Νιώθεις χαμένος και δε σε σηκώνει κανένας τόπος. Δεν ψάχνεις την πνευματική τροφή, μα τον ίδιο σου τον εαυτό. Πάρε έναν μεγάλο μίτο, δέσε τον στη γλώσσα σου και βούτα μέσα στο είναι σου με όση δύναμη μπορείς. Παραμέρισε τον λάρυγγα και τον οισοφάγο και στρίψε αριστερά εκεί που χτυπά η καρδιά σου. Κοίταξέ την και αφού ακούσεις τον ρυθμό της, ρίξε μια βουτιά ακόμα πιο βαθειά. Μόνο πρόσεχε, κράτήσου γερά από τον μίτο μιας και αυτό που θα δείς ίσως σε τρομάξει, όπως με τρόμαξε ο τελευταίος πίνακας που ζωγράφισες. Το χαμένο, θολωμένο βλέμμα σου. Κράτα μαζί σου και ένα ατσαλένιο κουτί. Αφού το βρείς, βάλε το μέσα και έχε το νού σου. Πρόσεχε μην αφεθείς. Γραπώσου γερά και σκαρφάλωσε πάλι προς τα έξω. Σιγά σιγά, θα τα καταφέρεις. Όταν βγείς απ’το βαθύ είναι σου, ξεσφράγισε το κουτί, μόνο τότε. Κοίταξέ το αν σ’αρέσει, κράτα το, ξανασφράγισέ το. Αν όμως δεν σ’αρέσει αυτό που θα δείς, αν τυχόν τρομάξεις και ’συ, έχε δίπλα σου αναμμένο το τζάκι, καλά αναμμένο ώστε να γίνουν όλα στάχτη.

Βασικά αυτά ήθελα να σου πω, μα δε σου τα είπα γιατί τέτοιες απόπειρες εμπεριέχουν πολύ ρίσκο, άσε που σε είδα ταραγμένο και δεν ήθελα να σε τσιτώσω πιο πολύ, αλλά φίλε δεν νομίζω πως ψάχνεις για πνευματική τροφή, άλλωστε από δαύτην έχεις μπόλικη, ψάχνεις για κάτι πολύ βαθύτερο…

– Λοιπόν; τι λές; να κανονίσουμε για του χρόνου;   διέκοψε ο Πέρπλ την αόρατη συνομιλία του Όραντζ

– Αμέ, μέσα

– OK

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.