A

Ήταν ένας ψαράς. Ο καλύτερος ψαράς στον κόσμο. Ξανοιγόταν βαθειά στα πελάγη, δερνόταν με τις φουρτουνιασμένες θάλασσες. Ακόμα και καρχαρίες είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία. Τις ελεύθερες ώρες του του άρεσε να βουτάει στη θάλασσα και να βρίσκει σπάνια κοχύλια και αστερίες. Το σπιτικό του, δίπλα στο κύμα ήταν γεμάτο από νεκρά πλάσματα του νερού. Επειδή όμως έλαμπαν, εκείνου του άρεσαν. Μια μέρα που βούτηξε πάλι, έβαλε στο μάτι έναν πολύ μεγάλο, πανέμορφο αστερία. Πήγε να τον ξεκολλήσει από τον ύφαλο μα ξάφνου ο αστερίας εξαφανίστηκε. Παράξενο σκέφτηκε, μα δεν πειράζει. Αύριο θα τον πιάσω. Την επομένη λοιπόν στο ίδιο σημείο την ίδια ώρα ξαναβουτά. Τον βλέπει. Βάζει όλη την ταχύτητα και μαεστρία του μα, ο αστερίας ξάφνου πάλι έγινε αόρατος… Τούτη τη φορά ο μεγάλος, ο τρανός ψαράς με το χόμπι τούτο έγινε έξαλλος. «Δεν είναι δυνατόν να μου ξεφεύγει τούτος εδώ ο αστερίας»! αναφώναξε δυνατά. «Θα τον πιάσω ό,τι και να γίνει!» Και έτσι έγινε. Επί χρόνια προσπαθούσε. Είχε παρατήσει ακόμα και το ψάρεμα, με τα βίας έβγαζε τα προς το ζήν…………………

Ο αστερίας του είχε γίνει έμμονη ιδέα αφορμή και αιτία της ζωής του. Σκοπός του να καταφέρει να τον πιάσει. Ώσπου μια μέρα, γέρος σχεδόν πια απόκαμε. Αποφάσισε να τα παρατήσει και αντί την συγκεκριμένη ώρα να πάει στο συγκεκριμένο σημείο να πάει να βουτήξει, ο ψαράς έκατσε πάνω στην άμμο έξω από το σπίτι του και κοιτούσε τη θάλασσα. Άρχισε να σκέφτεται τη ματαιοδοξία του και πόσα πράγματα έχασε και δεν είδε στη ζωή του εξαιτίας αυτής ακριβώς της επίμονης ματαιοδοξίας. Μετάνιωσε, έβαλε τα κλάματα. Μπήκε σπίτι του και σε 2 μεγάλες βαλίτσες έβαλε όλα τα νεκρά στολίδια της φύσης που τόσα χρόνια κόπιαζε να πιάσει και τα αμόλησε στη θάλασσα. Τουλάχιστον ας πάνε στο φυσικό τους μέρος, σκέφτηκε. Μετά ξανακάθησε στην άμμο.

Καθώς κοιτούσε προς την πλευρά που τόσα χρόνια πάλευε να πιάσει εκείνον τον απίστευτο αστερία και δεν μπόραγε απότομα είδε τη θάλασσα να ταράζεται, τον αστερία να βγαίνει με βοή από μέσα της και να αιωρείται τεράστιος, σχεδόν δίπλα του. Μια κραυγή φόβου διαπέρασε το λαρύγγι του

-Τί είσαι!!!! κραύγασε

Απάντηση δεν πήρε. Είδε όμως και αυτό που είδε δεν το είπε σε κανέναν μην τον περάσουνε τρελό.

Με μια σπιράλ απότομη περιστροφή ο αστερίας εξαφανίστηκε στον ουρανό. Ηρέμησε… πήγε να κοιμηθεί, να ησυχάσει.

Το πρωΐ με τον καφέ θυμόταν ξανά το όνειρο που είδε το ίδιο βράδυ. Ήταν ένας διάλογος

– Με ρώτησες τι είμαι

-Ναι

-Δεν είμαι αστερίας, είμαι αστέρι. Απλά μπερδεύτηκες

-Αστέρι; και σε ποιον αστερισμό ανήκεις;

– Της ελευθερίας. Ανήκω στον αστερισμό της ελευθερίας

Αφού τέλειωσε τον καφέ του πήρε πάλι τη βάρκα, της έβαλε μερικά μπαλώματα μέχρι να την ξαναφτιάξει όπως παλιά και βγήκε στα ρηχά για ψάρεμα

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.