Κι όμως

Ο Θέουμαν αγαπούσε πολύ το φίλο του τον Σαλαντίρ. Τον έβλεπε σαν τον πατέρα που ποτέ δεν του στάθηκε δίπλα του.Ήταν βλέπετε μικρούλης και ο Σαλαντίρ μεγαλόσωμος και πάντα στο σχολείο ο Σαλαντίρ τον προστάτευε από τις κακίες των άλλων μεγαλόσωμων. Είχε μια φοβία ο Θέουμαν με τους μεγαλόσωμους, ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τον ενοχλούσαν, τον κορόϊδευαν ή δεν έπαιζαν μαζί του.

Ο Σαλαντίρ ήταν ο μόνος μεγαλόσωμος που τον προστάτευε από τους άλλους μεγαλόσωμους και ο Θέουμαν του έκανε τις εργασίες, τον συντρόφευε τα σκοτεινά βράδια της μοναξιάς του μιας και δεν είχε άλλον αδερφό ο Σαλαντίρ.

Ώς και την μουσική των ξωτικών είχε παρατήσει και άκουγε τη μουσική των τρολ και των μεγαλόσωμων. Σιγά σιγά τον αποδέχτηκαν. Ήταν ο μόνος μικρόσωμος που έκανε παρέα μαζί τους και αυτό τον έκανε πολύ υπερήφανο. Ήταν άλλωστε πολύ καλός σε όλα τα παιχνίδια και γρήγορα άρχισε να αφομοιώνεται.

Αυτή όμως ήταν μια κατάρα που ο Θέουμαν τη θεωρούσε ευλογία. Δυστυχώς, εκφυλίστηκε και όχι μόνο αυτό, ο Σαλαντίρ όταν είδε πως πλέον δεν μπορούσε να τον βοηθάει στις εργασίες που είχαν στο σχολείο που ήταν ένα για ξωτικά τρολς μεγαλόσωμους λυκάνθρωπους μικρόσωμους και νεράϊδες και μάγισσες, μιας και βρισκόταν σε νια περιοχή του μεγάλου δάσους που ήταν υποβαθμισμένη καθότι φύτρωναν μόνο αγριόχορτα ενώ σε άλλες περιοχές με ψηλές λέυκες οξυές και δρύς υπήρχαν διαφορετικές τάξεις.

Ο Σαλαντίρ λοιπόν υστερόβουλος και κακόβουλος, τον παράτησε τον μικρόσωμο Θέουμαν. Και τότε όλοι οι μεγαλόσωμοι, μαζί και ο Σαλαντίρ άρχισαν να τον κοροϊδεύουν να του πετάνε πέτρες. Γύρισε μια μέρα σπίτι κλαίγοντας και ο μεγαλόσωμος πατέρας του του έριξε ένα χέρι από το βρωμόξυλο που μόνο ήξερε να κάνει.

Αυτό ήταν ο φίλος μας ο Θέουμαν, έπεσε σε μεγάλη στεναχώρια, δεν ήξερε τι να κάνει. Παράτησε το σχολείο και κλείστηκε σε μια γωνιά του μυαλού του. Δεν έβγαινε από εκεί με τίποτα και για κανέναν. Είχε κλειδώσει τον εαυτό του σε αυτή τη γωνιά για πολλά χρόνια.

Μια μέρα όμως, άρχισε και εκεί να πνίγεται. Αποφάσισε να ξεκλειδώσει την πόρτα. Στην αρχή διστακτικά, μετά με γοργά βήματα πήγε στον καθρέφτη. Τότε κατάλαβε όλα τα γιατί, όλα τα πως, ο χρόνος και οι εμπειρίες στη γωνιά του τον είχαν κάνει πολύ σοφό.

Το δε καλύτερο απο όλα, ήταν πως πια δεν ήταν μικρόσωμος, ούτε καν μεγαλόσωμος, μα τεράστιος! Όχι μόνο, είχε αποκτήσει όσφρηση λύκου, μα και ματιά άγρια, με μια ομορφιά όμως. Όχι κακή, ούτε προκλητική.  Άρχισε να ακούει ξανά τη γλυκιά μουσική των ξωτικών και συνέχιζε να μεγαλώνει. Πλέον δεν φοβόταν κανέναν και τίποτα.

Μια μέρα, συνάντησε καθώς περπατούσε ξανά στο δάσος τον Σαλαντίρ. Εκείνος τον θυμόταν καλά μα ο άλλος δεν τον γνώρισε. Μόνο τον κοίταξε και άλλαξε ζαρωμένος δρόμο. Χαμογέλασε ο Θέουμαν. Ήξερε πως ο μεγαλόσωμος τώρα τον φοβόταν οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Θα μπορούσε με ένα του φύσημα να τον ρίξει κάτω μα δεν το έκανε, αδιαφόρησε απλά και συνέχισε στο δρόμο του.

Από τότε τον καλό και τεράστιο Θέουμαν, πολλοί τον ζήλεψαν. Πολλοί έλεγαν λόγια πίσω από την πλάτη του μα αυτός χαιρόταν και απλά αδιαφορούσε. Ήξερε πως δεν μπορούσαν να τον αγγίξουν αλλιώς θα τα έλεγαν μπροστά του. Άλλωστε η ματιά του λύκου και η οξυμένη όσφρηση, τον έκαναν να γνωρίζει πολύ καλά και γρήγορα τα διάφορα όντα.

Ανοιγόταν μερικές φορές πολύ και έλεγε πράγματα για τον εαυτό του, ίσως κατάλοιπο των παιδικών του χρόνων μα δεν τον πείραζε πια καθόλου. Ήξερε πως ήταν αληθινός και είχε βρει και τεράστιους και μεγαλόσωμους και μικρόσωμους και ξωτικά που τον εκτιμούσαν για αυτό που είναι. Αυτό τον έκανε χαρούμενο.

Μόνο τα μουλόγκ του ξέφευγαν, ήταν πολύ ζαβολιάρικα και είχαν την ικανότητα να ξεφεύγουν της όσφρησης, αλλά αργά ή γρήγορα τα ξεσκέπαζε και αυτά. Μετά τους έλεγε απλά οτι ήταν μουλόγκ, μιας και είχαν και την ικανότητα να παίρνουν διάφορες μορφές. Τότε τρομοκρατούνταν αυτά και γινόντουσαν, τα γλοιώδη εκτοπλάσματα, έπαιρναν δηλαδή την κανονική τους μορφή και έφευγαν γρήγορα μακριά.

Ο Θέουμαν δεν ήθελε το κακό τους μα δεν τα ήθελε διπλα του τα σιχαινόταν. Κάπως έτσι κυλούσαν πλέον οι μέρες του στο δάσος. Είχε φτιάξει μια όμορφη ζεστή καλύβα από ξύλα, ήταν βλέπετε υλοτόμος και ως τεράστιος πια, του πήγαινε γάντι αυτή η δουλειά! και έβγαζε τα προς το ζείν.

Μια μέρα μια καλή και όμορφη νεράϊδα, η Φενάντελ, τον πλησίασε καθώς έκοβε κάτι τεράστια ξύλα και του προσέφερε ένα δροσερό χυμό. Τον ήπιε μονορούφι και η αίσθηση του λύκου εκτός από την ομορφιά της του έδειξε και την καλοσυνάτη ψυχή της.

Αφού την ευχαρίστησε, της πρότεινε την άλλη μέρα να πηγαίνανε στο τοπικό πανηγύρι του μικρού χωριού που ζούσε ο Θέουμαν. Εκείνη δέχτηκε. Πέρασαν πολλές βραδιές μαζί, κοιτώντας τα αστέρια, μέρες ηλιόλουστες περπατώντας πάνω από την πάχνη, καλοκαίρια πλατσουρίζοντας στις όχθες του ποταμιού Ντάϊ και εκείνος την είχε πριγκηπέσσα. Την αγάπησε και τον αγάπησε πολύ!

Την πρωτομαγιά του 9970 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί. Ένας μικρόσωμος, φαινόταν άλλωστε. Ο Θέουμαν έλαμπε από τη χαρά του και τη μια αγκάλιαζε την Φενάντελ, την άλλη τον γιο του. Τον σήκωνε και τον κρατούσε σαν μονάκριβο διαμάντι.

Μετά τον πήρε λίγο μακριά από την Φενάντελ η οποία κουρασμένη είχε αποκοιμηθεί. Ανοιξε ξανά εκείνη τη γωνιά του μυαλού του και τον έβαλε λίγο μέσα. Του έδειξε όλα όσα είχε ζήσει. Του είπε πως θα τον ονόμαζε Τομ, ένα πολύ απλό όνομα και να μη φοβηθεί ποτέ στη ζωή του ακόμα και αν παρέμενε μικρόσωμος.

Μετά άνοιξε την κλειδαριά ξανά και τον έβαλε δίπλα στη μητέρα του. Να κοιμηθεί και το μωρούλι στην αγκαλιά της. Ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Θέουμαν, ήξερε πως είχε δώσει στον γιό του όλα όσα έπρεπε να γνωρίζει, όλα όσα εκείνον δεν τον είχε διδάξει ο δικός του και ήταν σίγουρος για εκείνον τον μικρούλη…

Μα ήταν και ευτυχισμένος γιατί κόντευε τα σαρανταπέντε και δεν νόμιζε ποτέ πως θα έφτιαχνε οικογένεια. Σήκωσε ψηλά τα χέρια και ευχαρίστησε τον Θεό. Μετά πήρε ένα μπουκάλι κονιάκ ευτυχίας, το άνοιξε, έβαλε λίγο σε ένα ποτήρι, έκατσε στην καρέκλα δίπλα στο τζάκι του μικρού σπιτιού και παρατηρούσε λάμποντας ολάκερος την Φενάντελ την όμορφη σύζυγό του και τον Τομ το παιδί του να κοιμούνται.

Δεν ήθελε να τους ενοχλήσει, έτσι αποκοιμήθηκε στην ξύλινη καρέκλα του παρέα με τον Γκάροου, τον λύκο τους…

Το πρωΐ τον ξύπνησε η Φενάντελ και του έβαλε τον μικρό Τομ αγκαλιά. Για πρώτη φορά δάκρυ ευτυχίας κύλησε από τα μάτια του και η Φενάντελ παραξενεύτηκε! 30 χρόνια που τον ήξεραν τον Θέουμαν στο χωριό, όλοι γνώριζαν την αδυναμία του να κλάψει.

Μα αυτό ήταν δάκρυ ευτυχίας καθώς ο Τομ του χαμογελούσε και έπαιζε με τον λύκο τον Γκάροου. Η Φενάντελ το κατάλαβε και σα νεράϊδα έκανε τα μαγικά της. Έτσι βρέθηκαν όλοι αγκαλιασμένοι ξαφνικά στις όχθες του ποταμού Ντάϊ…

Σ’αγαπώ του είπε

Σ’αγαπώ

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.