3 πριν

Ήταν δε θαταν 19, όμως τα είχε αφήσει όλα πίσω του. Δε μιλούσε, σκυθρωπό πρόσωπο χαμηλωμένο βλέμμα. Οι άνθρωποι τον απέφευγαν και ο ίδιος είχε αποδιώξει όσους τον παρακινούσαν για πράγματα που του φαίνονταν αδιάφορα                                                                                                                             Περνούσε τους δρόμους δίχως να κοιτάει. Κατά παράξενο τρόπο πάντα έφτανε απέναντι δίχως σκράτς, λες και κάποιος  Άγγελος ήταν κοντά και τον φύλαγε. Μια μέρα στον υπόγειο του Λονδίνου κάποιοι τον κορόϊδευαν γιατί ήταν μαυρος.                                                                                                             Ήταν μια καλή στιγμή. Σκεφτόταν να πέσει μέσα εκεί στο Camden U. Όμως αυτά τα τσογλάνια του έθεσαν τον επόμενο στόχο του. Τελικά πήρε το τρένο και άραξε σε ένα cafe στο Camden. Μια κοπελιά ξεφνικά έκανε την εμφάνισή της μέσα στο τσουχτερό κρύο και έκατσε πλάϊ του. Μιλάγανε πολύ ώρα, του δείχνει την κούπα του καφέ του και εκείνος τρόμαξε ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του!                                                                                             Το φλιτζάνι είχε μουχλιάσει.

Μα… πόση ώρα κάθομαι εδώ αναρωτήθηκε φωναχτά και ποιά είσαι εσύ; απευθύνθηκε απότομα στην όμορφη κοπέλα. Αυτή του χάϊδεψε με αγάπη τα ράστα μαλλιά και μετά του έδωσε ένα φιλί ερωτικό. Του είπε οτι για πολύ καιρό θα υπάρχει αυτή η μυρωδιά που για άλλους είναι άσχημη αλλά να μην φοβάται, με τον καιρό θα συνηθίσει… Του υποσχέθηκε οτι θα βρεθούν ξανά σύντομα και έφυγε.                                                                                                        Έφυγε και εκείνος βιαστικά. Τρέχοντας σχεδόν, ανέβηκε στη σοφίτα όπου ζούσε κρυφά από όλο τον κόσμο. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κοιτάξει την ώρα, μα αυτό δεν τον έκανε σοφότερο, οπότε έριξε μια ματιά στο ημερολόγιο. Ένα μικρό σκονισμένο ημερολόγιο που είχε βρει σε κάποιο σοκάκι της Waterloo κάποια σκοτεινή νύχτα και για κάποιον λόγο το κράτησε.

Δεν μπορεί! αναφώνησε, μα πως είναι δυνατόν να βρισκόμουν στο cafe τόσες μέρες! Ξαφνικά ακόμα και σε εκείνον λοιπόν γεννήθηκαν αναπάντητα ερωτήματα… Από τότε, κάθε μέρα πηγαίνει στο ίδιο cafe, την ίδια ώρα και δεν φεύγει προτού η κούπα μουχλιάσει. Με τον καιρό τον συνήθισαν και δεν τον ενοχλούσε κανείς.                                                                     Η ευτυχία τελικά είναι ο χρόνος.

Η μούχλα απλά είναι αντανάκλαση η μούχλα είναι η ευτυχία του.

Περιμένει ξανά εκείνη να έρθει, του το είχε υποσχεθεί άλλωστε

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.