ΤΟ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙ

Αναψε ενα τσιγαρο.

Μεσα στη νυχτα η καφτρα, σαν ενα πεφταστερι,

του θυμισε πως το αρχισε.

Ηταν μεγαλος σχετικα… εισοσιτριώ χρονών.

Κάπνιζε εκεινη και το αρχισε και αυτος.

Τελικα εκεινη εφυγε, το τσιγαρο ομως του κανει παρεα τα τελευταια δεκα χρονια.

Καλε μου φιλε…

Πηρε μια βαθια τζουρα, την κρατησε λιγο και αφησε τον καπνο να γεμισει τα πνεμονια. Ζαλιστηκε λιγο,την αφησε να φυγει απ’τα ρουθουνια του.

Τοτε ανοιξε τα ματια. Σχοινοβατουσε στον πεμπτο οροφο της πολυκατοικιας, ειχε υψοφοβια, καποιος του ειχε πει καποτε:

«Ο μονος τροπος για να νικησεις τους φοβους σου, ειναι να κανεις εκεινο που φοβασαι!»

Περπατουσε λοιπον πανω στο ακροταρατσο και κοιταγε τα αμαξια, τους ανθρωπους, ολα οσα πηγαινοερχονταν…

Ενα κορακι ηρθε και ακροβολιστηκε στην απενατι ταρατσα, της απεναντι πολυκατοικιας.

Πού βρεθηκε κορακας νυχτα στην τσιμεντουπολη; αναρωτηθηκε!

One for sorrow                                                                                                                          two for joy                                                                                                                               three for a girl                                                                                                                              four for a boy                                                                                                                                   five for silver                                                                                                                                              six for gold,                                                                                                                              seven for a story that’s never been told

Αυτο το ειχε αποστηθισει τον καιρο που ηταν Αγγλια, καποια αλλη του τό’χε πει, και ηταν ενας κορακας και τοτε, και λυπη του εφερε, μεγάλη θλιψη…

Ετσι και τωρα, παρολη τη νυχτια, διεθετε ματια λυκου. Δεν έβελεπε αλλο κορακι που θα σημαινε χαρα. Παρα μονο αυτο το μονο, το απαισιο που σημαινε λυπη.

Τιναχτηκε αποτομα προς τα πισω, φοβισμενος ολοτελα, αρχισε να τρεμει.

Καταλαβε οτι για μια ακομη φορα στη ζωη του επαιζε με το τελος του.

Δεν ηθελε να πεθανει ομως ακομα, γιατι ειχε τοσα τιποτα να κανει, που θα γεμιζαν ενα τεραστιο τιποτα, το οποιο θα εβαζε σε ενα αυτοσχεδιο πυραυλο και θα τον εκτοξευε στην ιονοσφαιρα.

Και τουτο ηταν ενα πολυ σημαντικο σχεδιο για να μην προλαβει να το πραγματοποιησει…

Κατεβηκε απο την ταρατσα, μπηκε στο χλωμο σπιτι αμιλητος. Σκεπτικος. Η Ίρμα τον καταλαβε αμεσως, παντα ενιωθε την ψυχολογια του. Ηρθε διπλα του προσεκτικα, ηξερε δεν ηταν στις καλες του…

Παρ’όλες τις φωνες που τις εβαλε να φυγει και να τον αφησει μονο του αυτη αρχισε να του γλυφει το προσωπο με λυγμους. Δεν αντεξε και εκεινος, την αφησε, ηδη ενιωθε καλυτερα.

Ηταν πολυ σημαντικος και το ζωντανο δεν ηθελε να τον χασει! Φοβοταν. Δεν ηθελε να χασει τον καλο αρχηγο της αγελης, εκεινον που την ειχε μαζεψει  απο το δρομο 9 χρονια πριν, οταν μωρο ακομα παραλιγο να πεθανει απο την ασιτια την κακομεταχειριση και την κακια του κοσμου.

Την ειχε γλιτωσει απο βεβαιο θανατο, τωρα θα τον γλιτωνε εκεινη!

Την αγκαλιασε και ενα χαμογελο εσκασε στο σχεδον παντα σκυθρωπο βλεμμα του. Πηρε 2 στεντον, τα ανακατεψε σε ενα ποτηρι βοτκα, τσουγκρισε με την Ίρμα και επεσε ξερος στο κρεβατι.

Κοιμόταν κοντα δεκαπεντε ολακερες ωρες, εκεινη στο πλάϊ του, παρ’οτι πρεπει να ειχε ξυπνησει πολλες ωρες πριν, δεν το κουναγε απο δίπλα του.

Μεχρι που ξυπνησε και εκεινος. Ανοιξε τα ματια του και ειδε τα δικα της μεγαλα καφετια αμυγδαλωτα ματια, και την ουρα της να κουνιεται περα δωθε ολο χαρα!

Εβαλε στο μπρικι ενα βαρυ γλυκο, αναψε τσιγαρο και ανοιξε τα μπατζουρια. Ειχε καλοκαιριασει και ο ηλιος ετσουξε τα ματια του περσοτερο απ’οτι ο καυτος καφες το λαρυγγα. Ας ειναι

-Θες βολτα;

-Γουφ, γουφ, γουφ, περα δωθε η ουρα και να χοροπηδαει τριγυρω του

-Καλα ντεεε… της χαϊδεψε το λαιμο, καθως της εβαζε το κολλαρο.

Έκλεισε την πορτα πισω του και πηγανε προς το παρκο.

Ααααα, τι ωραιο σκυλακι, μια ομορφουλα κοπελια, σταματησε και τη χαϊδεψε.

-Και συ δεν πας πισω μωρο μου, πεταξε την συνηθισμενη του ατακα, που ποτε δεν επιανε, για να δει αν θα παρει την ιδια απαντηση…

-Α να χαθεις γελοιε

Ποτε δεν το ειχε καταλαβει αυτο, αλλα δεν τον πολυενοιαξε κιολας, ετσι που καταντησαμε σκεφτηκε, πλεον ουτε κοπλιμεντο δεν μπορεις να κανεις… Εσυ μωρη αντρογυναικα ομως ηθελες να χαϊδεψεις την Ίρμα, την ρώτησες; Στο διατσο,

– Γουυυυυυφ (χεστηνα μου ειπε)

-Χααααχαχα, ναι ρε συ, παμε την βολτα μας και ασε τους να κουρευονται

Οταν κουραστηκαν αραξαν σε ενα παγκακι, και κοιτουσαν τον κοσμο να περναει. Αγχωμενος, βιαστικος, νευριασμενος, τσιτωμενος. Σκεφτηκε πως ειχε ερθει η ωρα να παει δουλεια. Γυρισε σπιτι. Η Ίρμα τον εβλεπε καθως εβαζε το κουστουμ που’χε αγορασει στο γιουσουρουμ.

Εκεινος χαμογελοντας εβαλε το τραγουδι που παντα τον συνοδευε στο πλεξιμο της γραβατας

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.